γενειάτης

γενει-άτης [pron. full] [ᾱ], [dialect] Ep. and [dialect] Ion. [suff] γενει-ήτης, ου, ,
A bearded, Theoc. 17.33, Luc.Bis Acc.28, Jul.Or.4.131a, Call.Dian.90:—fem. [suff] γενει-ᾶτις,

τρίγλα Sophr.31

; [dialect] Ion.

γενειῆτις τρίγλη Eratosth.12

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γενειάτης — και γενειήτης, ο (Α) [γένειον] αυτός που έχει γένεια, ο γενειοφόρος …   Dictionary of Greek

  • γενειητῶν — γενειάτης bearded masc gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειήτην — γενειάτης bearded masc acc sg (attic epic ionic) γενειάω grow a beard imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειήτης — γενειάτης bearded masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειήτῃ — γενειάτης bearded masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειάτας — γενειά̱τᾱς , γενειάτης bearded masc acc pl γενειά̱τᾱς , γενειάτης bearded masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μακρογενειάτης — μακρογενειάτης, ὁ (Μ) [μακρογένειος] μακρογένης, αυτός που έχει μακριά γένια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρ(ο) * + γενειάτης (< γένειον)] …   Dictionary of Greek

  • γενειήταν — γενειήτᾱν , γενειάτης bearded masc acc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενειήτεω — γενειήτεω̆ , γενειάτης bearded masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.